Λεβά ντεπε στο ριχέ

Sharing is caring!

«Ρε παιδί μου, μου τη δίνει που κάθε φορά όταν κάποιος πεθαίνει, βγαίνουν και γράφουν καλά λόγια…» ήταν μια από τις συνήθεις εμμονές του, που εξηγούσε όχι μια αλλά δυο και τρεις φορές σε επίμονες τηλεφωνικές κλήσεις. Δεν ξέρω, αλλά ο σατανάς Καίσαρης, ήταν σε θέση να είχε έτοιμο και τον δικό του επικήδειο. Για όλα τον είχα ικανό, τα πάντα θα μπορούσε να κάνει και κυρίως να γράψει.

Με τον θάνατο χωράτευε συχνά. Όπως όταν σε ρώταγε, επίτηδες, για ένα τυχαίο πρόσωπο, συνήθως συνάδελφο: «Ζει αυτός»; Πως γίνεται τώρα να γράφω όλα αυτά, ενώ μόλις πριν 20 μέρες, μου εξηγούσε πως είχε ξαναρχίσει το κάπνισμα, αλλά δεν ήξερε να στρίβει τσιγάρα και υποχρεωνόταν σε μια σερβιτόρα, σε ένα καφέ στο Παγκράτι, να του φτιάχνει τρία-τέσσερα; Απέναντι ακριβώς βρισκόταν το στέκι του, όπου με μια ακόμη παρέα 70άρηδων, ή και λίγο νεότερων, δεν είμαι σίγουρος, έτρωγαν τρεις φορές την εβδομάδα σε ένα είδος πρωτοποριακού κοινοβίου. Όλοι αγόραζαν τα υλικά, ένας μαγείρευε. Κάτι τέτοια έβρισκε πάντα για να περνάει την ώρα του, όταν δεν έγραφε. Τα τελευταία χρόνια είχε ανακαλύψει το τάμπλετ, το έπαιρνε μαζί του και δούλευε απ’ όπου κι αν βρισκόταν.

«Ο γέρος ξυπνάει πρωί, πάει πίνει τον καφέ του, κάνει το μπάνιο του και φεύγει όταν πλακώνει ο πολύς ο κόσμος» μου έλεγε το καλοκαίρι για τις επισκέψεις του σε παραλιακά μπαρ, όπου συνδύαζε εργασία και διασκέδαση. Τον Καίσαρη τον γνώρισα στα μέσα της δεκαετίας του 80, όταν πήγα στον «Ελεύθερο Τύπο». Τσαντάκι δερμάτινο υπό μάλης, τσιγάρο (ενίοτε και τσιμπούκι), μούσι, χοντρό γυαλί και ακόμη πιο βραχνή φωνή. Μια μέρα Κωνσταντίνου και Ελένης κάποιος τόλμησε να του πει χρόνια πολλά: «Δεν γιορτάζω εγώ, αλλά ο άγιος» μούγκρισε. Ένα βράδυ, παραμονές πρωτοχρονιάς, είχε μαδήσει ολόκληρο το Αθλητικό Τμήμα του Ελεύθερου Τύπου, παίζοντας πόκα. Μάζευε μετρητά, επιταγές μέχρι και ρολόγια. Αμίλητος, σκληρός, αδίστακτος. Κανονικός χαρτοπαίκτης. Με είδε προειδοποιήσει, ωστόσο: «Εσύ μικρέ, δεν θα παίξεις…».

Αργότερα συναντηθήκαμε και στον «Φίλαθλο». Εκεί ήταν σχεδόν το βασίλειό του. Κάθε μεσημέρι πηγαίναμε σε ένα μαγειρείο, πίσω από την οδό Δήμητρος, και τρώγαμε. Εκεί μυήθηκα σε φράσεις, που δεν καταλάβαινα στην αρχή, μου φαίνονταν κινέζικα «Λεβά ντεπε στο ριχέ» και «Χίο Ρόδο Μυτιλήνη». Τι λέει μωρέ ζουρλός, ρωτούσα; Μου τα εξήγησε ο ίδιος. Το πρώτο ήταν βάλε πέντε στο χέρι στα ανάποδα και το άλλο, η απάντηση στο «έχεις τσιγάρα;» Όχι ήθελε να πει. Το ανάποδο του όχι; Χίο. Ρόδος, Μυτιλήνη έμπαιναν για να μείνεις εσύ με ανοιχτό το στόμα. Εκεί, σιγά-σιγά, έμαθα και την ιστορία του. Πως από το εργοστάσιο της Πίτσος, βρέθηκε στο πιεστήριο του Ριζοσπάστη και μετά στο Αθλητικό Τμήμα, μαζί με μια σπουδαία φουρνιά δημοσιογράφων, όπως ο Δημήτρης Χρήστου, ο Ζήσης Καραβάς, ο Γιάννης Τζούστας και ο Γιάννης Γεωργάκης.

Θα διαβάσετε και είναι σωστό ότι ο Καίσαρης, δημιούργησε στον «Φίλαθλο» μια ολόκληρη σχολή, γράφοντας τη στήλη «Μέσα κι Έξω από τα Αποδυτήρια» και υπογράφοντας σαν «Αποδυτηριάκιας». Αλήθεια είναι. Και όλες οι παρασκηνιακές στήλες, από τότε που εμφανίστηκε η συγκεκριμένη στον «Φίλαθλο» δεν ήταν ποτέ ίδιες. Ο Καίσαρης απομυθοποίησε τα πάντα. Έγραφε χωρίς πρόβλημα «ο μαλάκας ο τάδε» και ο τάδε δεν παρεξηγιόταν. Σε πέντε γραμμές έδινε δέκα ειδήσεις. Τρεις που φαίνονταν κι άλλες εφτά, που διαβάζονταν πίσω από τις λέξεις. Ναι έγραφε tweets πολλά χρόνια πριν από το twitter. Ο Βαρδινογιάννης ήταν ο «Ρίγκο», ο Κοσκωτάς ο «Τάμπι» και πάει λέγοντας.

Όμως ο δημοσιογράφος Καίσαρης δεν ήταν μόνο αυτό. Μια μέρα κλείστηκε στις τουαλέτες της ΕΠΑΕ και την επόμενη μέρα ο Ριζοσπάστης είχε αποκλειστικά όλες τις αποφάσεις, την ώρα που οι άλλες εφημερίδες έγραφαν άλλα αντ’ άλλων. Είχε πηγές, σήκωνε το τηλέφωνο και έπαιρνε χωρίς πρόβλημα τον Βαρδινογιάννη. Μάθαινε τα πάντα, ήξερε ακόμη περισσότερα απ’ όσα έγραφε. Ακόμη και τώρα που δεν έκανε ρεπορτάζ ήταν πιο ενημερωμένος από πολλούς, ειδικά σε περίεργα θέματα, για τον οποίο ουκ ολίγες φορές ταλαιπωρούσε και ο υιός Θέμης, που τότε τον έπαιρνε μαζί του κάποιες μέρες στον «Φίλαθλο». Πολλές από τις εκφράσεις που χρησιμοποιούν οι δημοσιογράφοι είναι δικές του: «Φοβερά πράγματα…» η κορυφαία. Κολλάει παντού. «Θα πάμε φυλάκη» το άλλο και φυσικά το περίφημο «ρδολεμπου». Μπουρδέλο δηλαδή…Μεγαλωμένος στα Πετράλωνα, τζογαδόρος ολκής, είχε ρητά του στυλ «ο πίνων μεθά και ο παίζων χάνει».

Πριν από δέκα χρόνια του έκανα πρόταση να συνεργαστεί σαν αρθρογράφος στο Sport24. Τα παιδιά στο site τρελάθηκαν όταν τους ανακοίνωσα ότι θα έρχονται … φαξ τα χειρόγραφά του (γραμμένα σε γραφομηχανή)! Στην εποχή της άκρατης τεχνολογίας, ο Καίσαρης βαρούσε ακόμη γκράπα-γκρούπα τα πλήκτρα μιας κόκκινης brother. Kαι να φανταστεί κανείς ότι για την εκμάθηση της γραφομηχανής κόντεψε να έρθει μια μέρα με τον συγχωρεμένο Χρήστο Ράπτη, διευθυντή του Αθλητικού Τμήματος του Ελεύθερου Τύπου: «Δεν θα ξαναπάρω χειρόγραφα στο χέρι. Όποιος δεν μάθει γραφομηχανή, απολύεται» είχε προειδοποιήσει. Ο Καίσαρης αφού έβρισε Θεούς και δαίμονες, πήρε τη γραφομηχανή, άρχισε να πατάει ένα-ένα τα πλήκτρα και σε μια εβδομάδα έγραφε κανονικά. Ο Στέφανος Τριαντάφυλλος ήταν ο «μαστοράκος» που μετέφερε τα δακτυλογραφημένα κείμενα (με πολλά τηλέφωνα για διορθώσεις) στην βάση του σάιτ. Έκαναν θραύση. Στο τέλος του κάναμε λογαριασμό και στο twitter. «Καλό είναι αυτό;» ρωτούσε με το χαρακτηριστικό του ύφος…

Ο Καίσαρης που δεν ήξερε ορθογραφία και έμαθε μόνος του συντακτικό, έπιανε ένα θέμα και το έσκιζε από πάνω ως κάτω. Δεν έχω ξαναδεί δημοσιογράφο να αναλύει με τον δικό του τρόπο. Δεν περίσσευε λέξη απ’ όσα έγραφε. Όλα για την ουσία. Όταν σχολίαζε δεν είχε έλεος. Σαρκαστικός, σχεδόν με διεστραμμένη φαντασία, μετέφερε σουρεαλιστικά κείμενα αθλητικού ενδιαφέροντος. Μα τι λέω; Σιγά μην έγραφε αθλητικά. Από κει ξεκινούσε, πήγαινε παντού και έσφαζε με το βαμβάκι, ή και χωρίς, τους πάντες. Πολιτικούς, ηθοποιούς, σελεμπριτάδες, τραγουδιστές. Δεν λυπόταν κανέναν, πλην ίσως των άλλοτε συντρόφων του στο ΚΚΕ που δεν τους πολυπείραζε. Δεν ήθελε κιόλας.

Το πάθος του ήταν το τραγούδι. Όλων των ειδών. Από ροκ, μέχρι ρεμπέτικα. Μέγας θαυμαστής του καλλιτέχνη Ζορζ Πιλαλί, η ατάκα του οποίου να «αποδώσουμε τα του Καίσαρος στον Καίσαρη», είναι αφιερωμένη. Τα τελευταία χρόνια πήγαινε στον Άγγελο στα Εξάρχεια, για να ακούσει αυθεντική λαϊκή μουσική, αλλά και ένα βράδυ με τραβούσε στην Απανεμιά στην Πλάκα, να ακούσουμε Γιάννη Σπανό. Αυτός ο κυνικός, σχεδόν απόκοσμος στην συμπεριφορά του, άνθρωπος είχε ευαισθησίες που δεν φαίνονταν με την πρώτη…

Θα μπορούσα να γράφω ώρες για τον Καίσαρη, τις απίστευτες ατάκες του, το διήγημα «Τσουνάμι στη Μύκονο» με ήρωα τον Γιαβάς Λιουμπιού που μου έκανε την τιμή να το πρωτοδημοσιεύσουμε στο Sport24.gr παραμονή της πρωτοχρονιάς του 2013. Δεν χρειάζεται. Στο τέλος θα μας πετάξει γιαούρτια από κει που βρίσκεται. Αυτός που φεύγει, μένει γιατί έχεις μάθει πράγματα μαζί του. Ο Καίσαρης δεν ήταν δάσκαλος, αλίμονο. Εμένα όμως μου έμαθε με τον τρόπο του, πολλά. Τα κρατάω παρακαταθήκη κι είμαι ευτυχής που τον γνώρισα, αλλά και έχω λίγα μέτρα πιο δίπλα στο Γραφείο, τον Θέμη. Καίσαρης κι αυτός. Σε βελτιωμένη έκδοση, μάλιστα…

Έφυγε από τη ζωή ο Κώστας Καίσαρης

Διαβάστε το άρθρο εδώ

Post Author: admin